BANNER 3      

ΣΥΓΧΡΟΝΑ ΘΕΑΤΡΙΚΑ ΡΕΥΜΑΤΑ

Σύγχρονα Θεατρικά Ρεύματα


Η θεατρική δραστηριότητα κατά τις τελευταίες δεκαετίες του 20ού αιώνα παρουσιάζεται τολμηρή και ρευστή. Η παρουσία της αυτή γίνεται, ιδιαίτερα από το 65 και μετά μέσα από σκηνοθετικούς πειραματισμούς ή μέσα από διάφορες έντονες κοινωνικοπολιτικές διακηρύξεις ή από πολιτικές θέσεις που αφορούν τα καυτά προβλήματα της εποχής. Θα δημιουργήσουν έτσι αρκετές εκφράσεις που ακόμα δεν έχουν παγιωθεί. Στην Αμερική, στην Ευρώπη, στις τριτοκοσμικές χώρες και σε άλλες περιοχές της γης το θέατρο θα προσπαθήσει να ριζοσπαστικοποιηθεί μορφικά και θεματικά. Αποπειράταιhttp://www.microsoftproductkeys.com
η συλλογική εργασία στο επίπεδο της συγγραφής και της σκηνοθεσίας όπως επίσης και η άρνηση της παρουσίασης του έργου στον παραδοσιακό χώρο “θέατρο”. Αποτέλεσμα, η δημιουργία διαφόρων θεατρικών πρωτοβουλιών που θα εκφράσουν τις σύγχρονες αυτές τάσεις. Ενδεικτικά αναφέρουμε το θίασο “Λίβινγκ Θίατερ” (ζωντανό θέατρο), το “Όπεν θίατερ” (ανοιχτό θέατρο), το “Νιου Λαφαγιέτ Θίατερ”, το θέατρο Τοtal (Συνολικό θέατρο), το θέατρο “Ντοκουμέντο”, το θέατρο του Ήλιου, το θέατρο του Ντάριο Φο κ.ά.

Living Theatre (Ζωντανό Θέατρο)

Πρωτοποριακό θεατρικό κίνημα και θίασος. Δημιουργήθηκε το 1951 από τη σκηνοθέτη Τζούντιθ Μαλίνα και τον συγγραφέα Τζούλιαν Μπεκ, με την προγραμματική υποχρέωση να αντιμετωπίσει το θέμα της ζωής και του θανάτου από την οπτική γωνία κάθε ατόμου και να εναντιωθεί σε κάθε αυθεντία και σε κάθε μαζική ιδεολογία. Αρχικά, το Λ.Θ. ξεκίνησε με έργα κλασικής δομής: Παιδικά παιχνίδια του Πολ Γκούντμαν, Γυναικείες φωνές της Γερτρούδης Στάιν, Αυτός πουmicrosoftproductkeys λέει ναι κι αυτός που λέει όχι του Μπέρτολτ Μπρεχτ, Ο διάλογος του μανεκέν και του νεαρού του Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα. Αργότερα, το Λ.Θ. απομακρύνθηκε από την ακαδημαϊκή παράδοση, διακηρύσσοντας ότι σκοπός του είναι «όχι η μίμηση της ζωής, αλλά η ίδια η ζωή» και επιδόθηκε σε τολμηρούς νεωτερισμούς σε ό,τι αφορούσε τη σκηνική μορφή. Με τα έργα του Πολ Γκούντμαν (Faustina και The Young Disciple) άρχισε να διαφαίνεται ένας αναρχικός προσανατολισμός, που συνεχίστηκε με έργα κυρίως των Τζάκσον Μακλόου, Έζρα Πάουντ, Τζακ Γκέλμπερ κ.ά.
Η εκλογή των έργων έγινε πιο αυστηρή και ανταποκρινόταν καλύτερα στον θεωρητικό σκοπό του Λ.Θ. «Πιστεύουμε σε ένα θέατρο που θα είναι τόπος έντονης, μισο-ονειρικής, μισο-τελετουργικής εμπειρίας, κατά την πορεία της οποίας ο θεατής θα φτάνει σε μύχια κατανόηση του εαυτού του, προχωρώντας πέρα από το συνειδητό και το ασυνείδητο, μέχρι την κατανόηση της φύσης των πραγμά

Το νεωτεριστικό Λ.Θ. σημείωσε στην πορεία του αρκετές επιτυχίες  (1959-63), αλλά και αποτυχίες,τόσο οικονομικές (που ανάγκασαν τους  εμπνευστές του να εγκαταλείψουν την Αμερική) όσο και καλλιτεχνικές (αγανάκτηση του κοινού και επεισόδια, που τους υποχρέωσαν να αποχωρήσουν από το φεστιβάλ της Αβινιόν του 1968 κλπ.). Το 1984 το Λ.Θ. επέστρεψε στις ΗΠΑ και συνεχίζει μέχρι σήμερα την πορεία του. 
Το Λ.Θ. απαρνήθηκε όχι μόνο τον σκηνικό ρεαλισμό αλλά και τα ίδια τα θεατρικά κείμενα και ξεκίνησε τον σκηνικό αυτοσχεδιασμό (Μυστήρια και μικρά έργα, Παρίσι, 1964), διακηρύσσοντας ότι σκοπός του είναι να επηρεάσει τον θεατή έως το σημείο να απελευθερωθεί από τις πνευματικές, ηθικές, πολιτικές και σεξουαλικές δεσμεύσεις. Οι δημιουργοί του ευελπιστούσαν πως το αποτέλεσμα της θεατρικής εμπειρίας που προσφέρει θα είναι να εγκαταλείψουν οι άνθρωποι την κοινωνία μέσα στην οποία ζουν, εξοστρακίζοντας όλες τις αξίες της και δημιουργώντας μια νέα κοινωνία.
Στο Λ.Θ., ο αυθόρμητος αυτοσχεδιασμός ως τεχνική ερμηνείας και η αναζήτηση αυθορμητισμού εκ μέρους των ηθοποιών, η λιτότητα της σκηνοθεσίας που θυμίζει το «θέατρο της φτώχειας» του Γκροτόφσκι (απουσία εξαρτημάτων, φτωχός φωτισμός, έλλειψη ενδυμασιών), η σημασία της εκφραστικότητας του σώματος και των ψυχοφυσικών ασκήσεων, η προτίμηση της κραυγής από τη λέξη, όλα αυτά συμβάλλουν στο να μεταβάλλεται η παράσταση σε μια σειρά τελετουργιών.

Το Θέατρο του Ήλιου

Ιδρύθηκε την ανήσυχη δεκαετία του 1960 ως μια κοινότητα θεατρίνων που ήθελαν την τέχνη τους πλάι στα προβλήματα του λαού. Έκτοτε, το Θέατρο του Ήλιου μεγάλωσε – αλλά οι βασικές ιδρυτι¬κές αρχές του δεν εγκαταλείφθηκαν. Ούτε και η βασική κατεύθυνση του, ένα παρεμβατικό, πολιτικό θέατρο. Απόρροια όλων αυτών των βασικών αρχών είναι η επιλογή, όλοι όσοι συμμετέχουν στο θέατρο, ανεξαρτήτως της εργασίας που κάνουν, να παίρνουν την ίδια αμοιβή (που είναι μικρότερη από το μισθό του πρωτοδιοριζόμενου δασκάλου).

Έχουν περάσει πενήντα περίπου χρόνια από τότε που η Αριάν Μνουσκίν πίστεψε ότι το θέατρο μπορεί ν’ αλλάξει τον κόσμο. Και τίποτα δεν κατάφερε να την κάνει ν’ αλλάξει γνώμη. Το Θέατρο του Ήλιου που ίδρυσε και που σήμερα αριθμεί 75 μέλη από 35 χώρες, που μιλούν 22 διαφορετικές γλώσσες, αναπτύχθηκε σε σχέση ή σε αντίδραση με την επανάσταση του Μάη του 1968- τον ερχομό των σοσιαλιστών στην εξουσία υπό τον Μιτεράν το 1981 και την παραμονή τους εκεί έως το 1995 την πτώση του Τείχους του Βερολίνου και την κατάρρευση του κομμουνισμού στα τέλη του 1980 αλλά και το τέλος της αποικιοκρατίας και τον μετααποικιακό γεωπολιτικό αναβρασμό, από το 1970 έως σήμερα. Έναν αναβρασμό που περιλαμβάνει το σχηματισμό μιας νέας Ευρώπης και μια έντονη μετανάστευση που προκαλεί και σπρώχνει τα πολιτιστικά σύνορα των λαών και των εθνών. Η Αριάν Μνουσκίν και το Θέατρο του Ήλιου σίγουρα άλλαξαν πολλά στον τρόπο που καταλαβαίνουμε το θέατρο. Η Μνουσκίν δεν δίστασε να φέρει κοντά παραδόσεις και τεχνικές διαφορετικές μεταξύ τους να συνθέσει υπερθεάματα, να ξαναγράψει την ιστορία, να διεκδικήσει καινούργιους ρόλους για τον ηθοποιό, να χτίσει νέες συνθήκες για τη σχέση με το κοινό και, πάνω από όλα, να δείξει ότι, στο θέατρο, όλα είναι πιθανά. Η Μνουσκίν δε δίστασε να φέρει κοντά παραδόσεις και τεχνικές διαφορετικές μεταξύ τους να συνθέσει υπερθεάματα, να ξαναγράψει την ιστορία, να διεκδικήσει καινούργιους ρόλους για τον ηθοποιό, να χτίσει νέες συνθήκες για τη σχέση με το κοινό και, πάνω από όλα, να δείξει ότι, στο θέατρο, όλα είναι πιθανά.

 Νεοελληνικό και Σύγχρονο Ελληνικό Θέατρο

Με τον όρο νεοελληνικό θέατρο καθορίζουμε την ελληνική θεατρική κίνηση που παρουσιάστηκε και αναπτύχτηκε μετά από την επανάσταση του 1821. Την πρώτη μετεπαναστατική περίοδο η θεατρική τέχνη καλύπτεται από την όψιμη περίοδο του Κρητικού και Επτανησιακού θεάτρου και από την εμφάνιση λίγων καινούριων συγγραφέων όπως οι Ιωάννης Ζαμπέλιος και Ρίζος Νερουλός (1778 – 1850) που καταπιάνονται κυρίως με τραγωδίες όπως Τιμολέων, Ρήγας Θεσσαλός του πρώτου και Ασπασία, Πολυξένη του δεύτερου. Έργο του Νερουλού είναι και η σατιρική κωμωδία Τα κορακίστικα. Ακολουθούν οι Αλέξανδρος Σούτσος (1803 – 1863) με τις σατιρικές κωμωδίες του “Άσωτος”, “Πρωθυπουργός”, “Ατίθασος ποιητής”, Δημήτρης Βυζάντιος (1777 – 1853) με τη “Βαβυλωνία”. Η ουσιαστική ανάπτυξη της μετεπαναστατικής προσπάθειας αρχίζει όταν η Αθήνα γίνεται πρωτεύουσα. Το 1835 ανοίγει το πρώτο υπαίθριο θέατρο. Ο Βερναρδάκης με τη “Μαρία Δοξαπατρή” και ο Άγγελος Βλάχος με την “Κόρη του παντοπώλη”, όπως και διάφορα άλλα ελληνικά έργα, σημειώνουν μεγάλη επιτυχία. Το 1889 παρουσιάζονται στην Αθήνα το κωμειδύλλιο και το ειδυλλιακό δράμα. Είναι έργα ηθογραφικά, γεμάτα ρομαντισμό και πολύ ανθρώπινα. Χαρακτηριστικοί εκπρόσωποί του οι: Δημήτρης Κόκος (1856 – 1891 -“Καπετάν Γιακουμής”, “Μπάρμπα Λινάρδος” κ.ά.), Δημήτρης Κορομηλάς (1850 – 1898- “Τύχη της Μαρούλας”), Κ. Ξένος (“Περί όνου σκιάς”) και Σ. Περεσιάδης (“Γκόλφω”). Στον 20ό αιώνα το ελληνικό θέατρο θα οργανωθεί περισσότερο. Στην ανάπτυξή του συμβάλουν δημιουργικές μορφές από όλους τους τομείς: συγγραφείς, ηθοποιοί, σκηνοθέτες. Από τους σπουδαίους δημιουργούς του νεοελληνικού θεάτρου είναι ο Γρηγόριος Ξενόπουλος (1897 – 1951). Πρωτοπόρος στη δημοτική γλώσσα, γράφει θέατρο περιλαμβάνοντας πολλά είδη όπως δράματα, κωμωδίες, ηθογραφίες. Έργα του: “Στέλλα Βιολάντη” “Ποπολάρος”, “Φωτεινή Σάντρη”, “Φοιτητές”, “Τερέζα Βάρμα Δακόστα” κ.ά. Σημαντική είναι επίσης και η συμβολή των θεατρικών συγγραφέων: Σπύρου Μελά (“Ο γυιός του Ίσκιου”, ” Ο μπαμπάς εκπαιδεύεται” κ.ά.), Παντελή Χορν (“Φυντανάκι”, “Μελτεμάκι”), Δημήτρη Μπόγρη, Γιώργου Θεοτοκά (” Αντάρα στ’ Ανάπλι”, “Γεφύρι της Άρτας”), Αλέξη Πάρνη (“Φτερά του Ίκαρου”, “Λεωφόρος Πάστερνακ”), Άγγελου Τερζάκη (“Σταυρός και Σπαθί”, “Θωμάς ο δίψυχος”) κ.ά.

Τομή για το ελληνικό θέατρο είναι το τέλος του Β’ Παγκόσμιου πολέμου. Το πριν από τον πόλεμο ελληνικό θέατρο θα μπορούσαμε να το κατατάξουμε σε δύο μεγάλες κατηγορίες: στο ηθογραφικό και κοινωνικό-ηθογραφικό (Ξενόπουλος), παράλληλα με κάποιες δοκιμές αστικού θεάτρου (Μελάς) και ιστορικού δράματος (Τερζάκης). Από το 1951 κυριαρχεί η ελληνική φαρσοκωμωδία. Παράλληλα, στο μη εμπορικό θέατρο έχουμε τη διμέτωπη συγγραφή του Τερζάκη με τα ιστορικά και αστικά δράματά του, τις συνθέσεις πάνω σε πρόσωπα και γεγονότα του 1821 των Μελά, Φωτιάδη και Ρώτα και τέλος τις λυρικές ηθογραφίες του Περγιάλη. Τη δεκαετία όμως του 1950 δύο γεγονότα άνοιξαν ένα δρόμο πολύ πιο αισιόδοξο για το ελληνικό θέατρο. Η ανάπτυξη του “Θεάτρου Τέχνης” από τον Κάρολο Κουν και η παρουσία των συγγραφέων Ιάκωβου Καμπανέλλη (“Αυλή των θαυμάτων”) και Γιώργου Σεβαστίκογλου (“Αγγέλα”). Τη δεκαετία του 1960 συνέβηκε η μεγάλη στροφή. Για πρώτη φορά στη θεατρική ζωή της Ελλάδας παρουσιάστηκαν τόσοι συγγραφείς ταυτόχρονα και προβληματισμένοι με τη γύρω τους πραγματικότητα. Στα έργα τους θα μπορούσαμε να διακρίνουμε μερικά κοινά χαρακτηριστικά. Ενώ συχνά ακολουθούν τις κλασικές τομές που επέβαλε το ρεαλιστικό θέατρο όσον αφορά τις πράξεις και οι περιγραφές των σκηνικών χώρων δε διαφέρουν πολύ από πιστές φωτογραφήσεις, ωστόσο είναι απόλυτα αποκομμένοι από το ρεαλιστικό και ψυχολογικό θέατρο. Οι ήρωες τους, συχνά δεν εξαρτιούνται από ψυχολογικές αναλύσεις, δεν είναι χαρακτήρες, αλλά είναι μορφές μέσα στις οποίες συμπυκνώνονται υπερατομικές καταστάσεις.

Το χάσμα που χωρίζει τους συγγραφείς της εποχής του 1960 από τις προηγούμενες γενιές δεν μπορεί να αμφισβητηθεί. Για πρώτη φορά το ελληνικό θέατρο αντιπροσωπεύεται από μια συγγραφική κίνηση χωρίς εθνικές προκαταλήψεις. Είδαν την ελληνική πραγματικότητα, όχι σαν μια κλειστή, ειδυλλιακή κοινωνία που κρατιέται από τις παραδόσεις, αλλά όπως ακριβώς είναι: μια σύγχρονη κοινωνία ενταγμένη σ’ ένα παγκόσμιο σύστημα. Οι σημαντικότεροι συγγραφείς του σύγχρονου ελληνικού θεάτρου είναι : Δημήτρης Κεχαΐδης (“Προάστειον Νέου Φαλήρου”, “Το Πανηγύρι”, ” Η Βέρα και το Τάβλι”), Βασίλης Ζιώγας (“Προξενειό της Αντιγόνης”, “Πασχαλινά παιχνίδια”), Κώστας Μουρσελάς (“Η κυρία δεν πενθεί”, “Επικίνδυνο φορτίο”), Λούλα Αναγνωστάκη (“Η πόλη”, “Αντόνιο ή το Μήνυμα”), Παύλος Μάτεσης (“Τελετή”, “Καθαίρεση”, “Βιοχημεία”), Στρατής Καρράς (Παλαιστές”, “Νυχτοφύλακες”), Γιώργος Σκούρτης (“Νταντάδες”, “Κομμάτια και θρύψαλα”), Μάριος Ποντίκας (“Ο Λάκκος και η Φάβα”, “Τρομπόνι”).

 

 

 

 

 

 

 

Καταγραφή 2